Δομάζος: «Είχαμε γράψει ήδη ιστορία στον τελικό»

Δημοσιεύθηκε 4 μήνες πριν, στις :00:00 6/2/2021,

Οι αναμνήσεις του Μίμη Δομάζου από το ΕΠΟΣ του Γουέμπλεϊ.

«Θυμάμαι στο παιχνίδι με την Έβερτον είχε βρέξει και το μισό γήπεδο μπροστά από την εστία μας ήταν γεμάτο πατημασιές, ενώ το άλλο μισό ήταν απάτητο! (γέλια). Δεν το είχαμε πατήσει καν από την πίεση που δεχόμασταν. Αφού όταν μπήκαμε στα αποδυτήρια για το ημίχρονο, δυο-τρεις παίκτες μας πήγαν να κάνουν εμετό από την πολύ ένταση. Μετά όμως κάναμε μία φάση, ο Γραμμός έδωσε στον Αντωνιάδη κι εκείνος έβαλε το γκολ με κεφαλιά. Θυμάμαι μάλιστα τότε ότι ο Άλαν Μπολ, ο μεγάλος αυτός παίκτης της Αγγλίας, έβγαλε το παπούτσι και μου το πέταξε από τον εκνευρισμό του! Και στη συνέχεια ανταλλάξαμε μερικά... γαλλικά!».

«Εμείς εκείνη την εποχή δεν είχαμε να χάσουμε τίποτα. Τα παιχνίδια που κερδίζαμε ήταν δύσκολα. Δεν υπήρχε αυτό το σημερινό με τους ομίλους. Εμείς κάθε αγώνα έπρεπε να κερδίσουμε γιατί αλλιώς, βγαίναμε έξω. Η Ζενές Ες με την οποία ξεκινήσαμε δεν είχε μεγάλο όνομα, δεν ήταν μεγάλη ομάδα, την κερδίσαμε εύκολα. Η Σλόβαν που ακολούθησε τότε, ήταν μία ομάδα από την Τσεχοσλοβακία την εποχή, που το τσέχικο ποδόσφαιρο ήταν το δεύτερο καλύτερο στην Ευρώπη. Και νομίζω ότι ο προπονητής τους είχε πει για εμένα ότι «ο Δομάζος είναι καλός ποδοσφαιριστής, αλλά δεν βάζει γκολ». Και το πρώτο γκολ στη Σλόβαν το έβαλα εγώ! Μετά με παρομοίασε ως καλύτερο κι από τον Πελέ εκείνη την εποχή.

Με την Έβερτον είπα πόσο δύσκολα ήταν στην Αγγλία και ήρθαμε 1-1 εκεί. Όταν ήρθαν στην Αθήνα δεν είχαν καμία τύχη. Με τον Ερυθρό Αστέρα όταν φάγαμε τα 4 γκολ (4-1) και έπρεπε να κερδίσουμε εδώ με 3-0, ο μεγάλος μας προπονητής Φέρεντς Πούσκας μας είπε ότι αν βάλετε ένα γκολ στο πρώτο ημίχρονο και δεν δεχθείτε, θα το γυρίσετε. Στην ανάπαυλα μας ξαναείπε ότι αν στο τέταρτο καταφέρετε να βάλετε και δεύτερο γκολ, το τρίτο θα το βάλει ο κόσμος του Παναθηναϊκού! Έτσι και έγινε. Οι παίκτες του Ερυθρού Αστέρα τα είχαν χάσει. Αν χωρούσε τότε η Λεωφόρος 25 χιλιάδες κόσμο, εκείνη την ημέρα είχε 40 χιλιάδες! Ο ένας πάνω στον άλλον και άλλοι τόσοι βρίσκονταν απ’ έξω. Στον τελικό με τον Άγιαξ, ό,τι και να συνέβαινε είχαμε γράψει ήδη ιστορία. Ο Άγιαξ μας φοβόταν. Έγινε η σέντρα και στα πρώτα δύο λεπτά φάγαμε το 1-0. Αν ήταν άλλη ομάδα στη θέση μας θα είχε διαλύσει! Γιατί εμείς δεν είχαμε παίξει ποτέ τελικούς, ενώ ο Άγιαξ είχε ήδη δώσει δύο. Ο Αντωνιάδης βρέθηκε δύο φορές με κενό το τέρμα για το γκολ, δεν τα έβαλε. Βλέπετε, το ποδόσφαιρο θέλει και λίγη τύχη. Με την Έβερτον όπως είπα είχαμε. Με τον Άγιαξ, όχι. Εάν ήμασταν λίγο τυχεροί θα τους ισοφαρίζαμε, γιατί το 2-0 ήταν αυτογκόλ στο 85’.

Τον Άγιαξ εκείνης της εποχής μπορούσαμε να τον κερδίσουμε. Μετά από εμάς, ωστόσο, ο Άγιαξ δεν... παιζόταν. Και θα σου πω γιατί. Δύο μήνες μετά τον τελικό δώσαμε ένα φιλικό Ελλάδα-Ολλανδία. Εκείνοι είχαν 8 παίκτες από τον Άγιαξ και εμείς ήμασταν 8 παίκτες από τον Παναθηναϊκό στην Εθνική. Παίξαμε στο «Γ. Καραϊσκάκης» και ξέρεις πόσα γκολ μας έβαλαν; Πέντε γκολ! Και οι δέκα από αυτούς παίζανε όλες τις θέσεις μέσα στο γήπεδο. Γι’ αυτούς, δεν υπήρχε σύστημα. Μόνο ο τερματοφύλακας κάλυπτε μία θέση».

Ακολουθήστε το Prasinostypos.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Prasinostypos.gr